
Θετικά παραδείγματα καταγράφονται στην Ελλάδα, με τις φωλιές της θαλάσσιας χελώνας Caretta caretta να παρουσιάζουν σταθερή αύξηση.
Μειωμένοι κατά 73% καταγράφονται οι πληθυσμοί άγριας ζωής παγκοσμίως μέσα σε διάστημα 50 ετών και συγκεκριμένα την περίοδο 1970-2022, σύμφωνα με τη νέα έκθεση «Ζωντανός Πλανήτης 2026» του WWF.
Η δραματική αυτή μείωση προκαλεί ανησυχία από την άλλη πλευρά όμως επιστημονική έκθεση αναδεικνύει σημαντικά παραδείγματα ανάκαμψης ειδών, γεγονός που δείχνει ότι οι συντονισμένες πολιτικές προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος μπορούν να αποφέρουν ουσιαστικά αποτελέσματα.
Πρόκειται για ευρήματα της 16ης έκδοσης της έκθεσης, η οποία εκπονείται σε συνεργασία με τη Ζωολογική Εταιρεία του Λονδίνο και εξετάζει την εξέλιξη 35.803 πληθυσμών από 5.790 είδη άγριας ζωής. Αξίζει να σημειωθεί πως η μεγαλύτερη υποχώρηση εντοπίζεται στα οικοσυστήματα γλυκού νερού, όπου η μείωση φθάνει το 85%, ενώ ακολουθούν τα χερσαία οικοσυστήματα με 69% και τα θαλάσσια με 59%.
Ως βασικές αιτίες για τη μείωση η έκθεση εντοπίζει τη καταστροφή και την αλλοίωση των φυσικών οικοτόπων, την υπερεκμετάλλευση των φυσικών πόρων, τη κλιματική αλλαγή, την ρύπανση , αλλά και την εξάπλωση ξενικών ειδών.
Αναδεικνύεται ωστόσο και η άλλη όψη με τους μισούς περίπου πληθυσμούς που παρακολουθούνται να παραμένουν σταθεροί ή και παρουσιάζουν αύξηση.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι τίγρεις, των οποίων ο παγκόσμιος πληθυσμός αυξήθηκε κατά περίπου 70% από το 2010 έως το 2025, χάρη στις συντονισμένες προσπάθειες προστασίας. Αντίστοιχα, σημαντική ανάκαμψη καταγράφεται στους πληθυσμούς του ερυθρού τόνου στον Ατλαντικό και τον Ειρηνικό, ενώ θετική πορεία παρουσιάζουν οι ελέφαντες σε περιοχές της νότιας Αφρικής.
Ιδιαίτερα ενθαρρυντική είναι η περίπτωση της πράσινης θαλάσσιας χελώνας, η οποία το 2025 χαρακτηρίστηκε είδος «Χαμηλού Κινδύνου», έπειτα από πέντε δεκαετίες συστηματικών δράσεων προστασίας.
Θετικά παραδείγματα καταγράφονται και στην Ελλάδα, με τις φωλιές της θαλάσσιας χελώνας Caretta caretta παρουσιάζουν σταθερή αύξηση σε σημαντικές περιοχές ωοτοκίας, όπως ο Κυπαρισσιακός Κόλπος και ο Κόλπος του Λαγανά στη Ζάκυνθο. Παράλληλα, η ανάκαμψη του ερυθρού τόνου στη Μεσόγειο συνδέεται με την εφαρμογή αποτελεσματικότερων κανόνων διαχείρισης της αλιείας.
Πέρα από την προστασία μεμονωμένων ειδών, το WWF επισημαίνει την ανάγκη μετασχηματισμού τριών κρίσιμων συστημάτων που επηρεάζουν καθοριστικά τη βιοποικιλότητα: του αγροδιατροφικού, του ενεργειακού και του χρηματοπιστωτικού.
Η μετάβαση σε βιώσιμες πρακτικές παραγωγής τροφίμων, η επιτάχυνση της ανάπτυξης καθαρών μορφών ενέργειας και ο περιορισμός της χρηματοδότησης δραστηριοτήτων που καταστρέφουν τη φύση αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για την αντιστροφή της σημερινής πορείας.
Στο επίκεντρο βρίσκονται επίσης οι διεθνείς δεσμεύσεις για την προστασία της βιοποικιλότητας έως το 2030, με τις διασκέψεις COP17 και COP31 να αποτελούν κρίσιμες ευκαιρίες για την ενίσχυση της παγκόσμιας περιβαλλοντικής δράσης.
Όπως υπογραμμίζει η Παναγιώτα Μαραγκού, επικεφαλής προγραμμάτων προστασίας περιβάλλοντος του WWF Ελλάς, η ανάκαμψη εμβληματικών ειδών αποδεικνύει ότι η αλλαγή είναι εφικτή όταν εφαρμόζονται μακροχρόνιες, στοχευμένες και συλλογικές παρεμβάσεις.
Το κεντρικό μήνυμα της έκθεσης είναι ότι, παρά τη συνεχιζόμενη απώλεια της βιοποικιλότητας, η αποκατάσταση της φύσης παραμένει εφικτή, υπό την προϋπόθεση ότι οι κυβερνήσεις, οι επιχειρήσεις και οι κοινωνίες θα επιταχύνουν τις αναγκαίες αλλαγές.


