Skip to content
Διάρκεια άρθρου: Λιγότερο απο 1 λεπτό Λεπτά

Πώς το Οικουμενικό Πατριαρχείο άλλαξε τον χάρτη της Ορθοδοξίας και γιατί παραμένει πρωτοπόρο | ΤΟ ΒΗΜΑ

Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Ο διάλογος Ορθόδοξης Θεολογίας και νεωτερικότητας στον 20ο αιώνα

Πώς συντονίζεται η στοχοθεσία αυτών των επιστημονικών διαλέξεων με το εγχείρημα του πρόσφατου βιβλίου σας Θεολογικές προσωπογραφίες του 20ού αιώνα. Μελέτες και δοκίμια για την ανανέωση της Ορθόδοξης Θεολογίας (Αρμός, 2026);

Είχα σπουδάσει Θεολογία στη Θεσσαλονίκη στις αρχές της δεκαετίας του 1980, μία εποχή άνθησης της Θεολογίας, όπου οι φοιτητές συζητούσαν έντονα, δημοσιεύονταν για πρώτη φορά, περιοδικά, όπως η «Σύναξη», που τα ξεκοκκαλίζαμε Τα αμφιθέατρα ήταν γεμάτα και οι πιο ενδιαφέρουσες συζητήσεις γίνονταν στα κενά μεταξύ των ομιλιών. Δηλαδή δεν υπήρχε κενό· το γέμιζαν πάντοτε οι συζητήσεις, οι άνθρωποι, οι παρέες. Αυτά τα πράγματα λοιπόν έκρυβαν από πίσω τους μία προσπάθεια η οποία είχε ξεκινήσει κυρίως τη δεκαετία του 1960, όταν αίφνης είδαμε να εμφανίζονται σπουδαίες θεολογικές μονογραφίες και διατριβές οι οποίες χάραξαν νέους δρόμους. Άρχισαν να εκδίδονται επιστημονικώς τα πατερικά κείμενα, αλλά και εκλαϊκευμένες εκδόσεις, ανακαλύψαμε εκ νέου την τέχνη της εικονογραφίας. Όλα αυτά διαμόρφωσαν μια εποχή που ανακαλύπταμε πρωτόγνωρα πράγματα σε αυτή την Ορθόδοξη θεολογική κληρονομιά. Τώρα ωριμάζοντας κανείς μπορεί να διευρύνει κάπως το κάδρο και να πει ότι δεν ήταν μόνον η δεκαετία του 1960, αλλά όλα αυτά είχανε και άλλες προϋποθέσεις.

Έτσι, λοιπόν, διαπιστώνουμε ότι στη δική μας ελλαδική περίπτωση, ξεκίνησε μία σπουδαία γενιά του Μεσοπολέμου με σπουδαίους καθηγητές όπως ο Αμίλκας Αλιβιζάτος, ο Παναγιώτης Τρεμπέλας, ο Ιωάννης Καρμίρης, οι οποίοι άρχισαν να αλλάζουν το κλίμα στις θεολογικές σπουδές στην Ελλάδα, στη σχολή των Αθηνών, όπου τότε βρισκόταν η μοναδική Θεολογική Σχολή. Και από μια περιφερειακή ομολογιακού τύπου σχολή, η οποία ακολουθούσε τα πρότυπα των ευρωπαϊκών πανεπιστημίων και μάλιστα των γερμανικών, -με μεγάλη χρονοκαθυστέρηση μάλιστα-, άρχισαν να μπαίνουν οι βάσεις για μία Ορθόδοξη Θεολογία ανοιχτή και διαλεγόμενη, με πρόσληψη της έρευνας πανεπιστημίων του εξωτερικού. Μια θεολογία που ήθελε να μας απελευθερώσει από μια αποικιοκρατικού τύπου αντίληψη της θεολογικής επιστήμης σε μια περιφερειακή χώρα όπως η Ελλάδα.

Όλο αυτό διαμόρφωσε μία εξωστρέφεια, την οποία ειδικά ο καθηγητής Αμίλκας Αλιβιζάτος τη σάρκωσε με τη δημιουργία του πρώτου μεγάλου Πανορθόδοξου Συνεδρίου στην Αθήνα το 1936, το οποίο ετοίμαζε περίπου 10 χρόνια, από τα τέλη της δεκαετίας του 1920. Τότε για πρώτη φορά βρέθηκαν Ορθόδοξοι θεολόγοι από διάφορες χώρες στην Αθήνα και σε αυτό το συνέδριο για πρώτη φορά ετέθη το ζήτημα της ταυτότητας της Ορθόδοξης Θεολογίας, η οποία ήδη από την περίοδο της Τουρκοκρατίας ή για τη Ρωσία από την περίοδο του Μεγάλου Πέτρου είχε δεχτεί ανεπίγνωστα ή εν επιγνώσει πάρα πολλές επιδράσεις από τη δυτική θεολογία.

Είχαμε φτάσει στο σημείο —και αυτό μπορεί κανείς να το δει στις περίφημες ομολογίες πίστεως του 17ου αιώνα— οι ορθόδοξοι να προσλαμβάνουμε τον τρόπο του θεολογείν, την επιχειρηματολογία μας και τη μέθοδό μας απόλυτα από τη δυτική χριστιανική παράδοση. Και εμφανίζεται το παράδοξο φαινόμενο να έχουμε ένα ομολογιακό πνεύμα ως ορθόδοξοι, που εξαντλείται απλώς στο να αντιμετωπίζουμε τους ρωμαιοκαθολικούς με προτεσταντικά επιχειρήματα και κριτήρια, και τους προτεστάντες με ρωμαιοκαθολικού τύπου επιχειρήματα. Δηλαδή κάπου είχαμε χάσει τη δική μας ταυτότητα και αυτοσυνειδησία για τη δική μας παράδοση. Ακόμη και η Ορθοδοξία οριζόταν με δυτικό τρόπο.

Και εδώ κανείς μπορεί να δει ότι η δυσανεξία μας ήταν να προσλάβουμε γόνιμα το νεωτερικό πνεύμα που ερχόταν από τη Δύση. Οπότε «πέσαμε σε αυτό με τα μούτρα», το πήραμε χωρίς να το αφομοιώσουμε, και για αυτό το λόγο η πατερική παράδοση και σκέψη, η μεγάλη κληρονομιά που μας έδωσε το Βυζάντιο μέσα από τη σύνθεση ελληνισμού και χριστιανισμού, θεωρήθηκαν ως δευτερεύοντα. Τότε, λοιπόν, στην Αθήνα το 1936 μπήκε αυτό το αίτημα και η ανάγκη επανεύρεσης της ορθόδοξης αυτοσυνειδησίας. Μάλιστα ο π. Γεώργιος Φλορόφσκι, που ήταν παρών ως νεαρός τότε στην Αθήνα, μίλησε για «Βαβυλώνια αιχμαλωσία της Ορθοδοξίας στη Δύση».

Η έκφραση είχε βέβαια δυτική προέλευση, καθώς είχε χρησιμοποιηθεί αφενός για την περίοδο όπου ο Πάπας είχε μεταφερθεί στην Αβινιόν υπό την επήρεια της εξουσίας του Γάλλου βασιλιά (1309-1377), ενώ ο Λούθηρος είχε μιλήσει για «Βαβυλώνια αιχμαλωσία στη Ρώμη», όταν έκανε τη Μεταρρύθμισή του. Ο π. Φλορόφσκι, όμως, ήταν ένας άνθρωπος ο οποίος παρακολουθούσε τα τεκταινόμενα στον διαχριστιανικό χώρο· δεν ήταν ένας παραδοσιακός θεολόγος που ενδιαφερόταν να κλειστούμε στο καβούκι μας. Ήθελε να ανοιχτούμε και να γνωρίσουμε την παράδοσή μας, αλλά με έναν τρόπο ανοιχτό και διαλεκτικό με όλους τους άλλους χριστιανούς στο σύγχρονο κόσμο. Αυτή η κίνηση ονομάστηκε «νεοπατερική σύνθεση», που πιο πολύ ήταν ένα όραμα και μία προσπάθεια επικαιροποίησης της μεγάλης κληρονομιάς της θεολογίας των Ελλήνων Πατέρων της εκκλησίας. Άρχισε σιγά-σιγά να σαρκώνεται πρώτα στο χώρο της διασποράς έξω, και στην Ελλάδα λόγω των συνθηκών μετά το ’36 (δικτατορία Μεταξά, Κατοχή, Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, Απελευθέρωση, Εμφύλιος). Μόλις στη δεκαετία του 1960 ξεκινάει μία χρυσή εποχή για όλη την ελληνική κοινωνία. Ανθίζουν τα πάντα: το θέατρο, η λογοτεχνία, όπου έχουμε δύο Νόμπελ, τα γράμματα, οι τέχνες, ο νεοελληνικός κινηματογράφος κ.ο.κ.

Και μέσα σε αυτή τη δεκαετία εμφανίζονται και τα πρώτα ρήγματα μιας θεολογίας η οποία ήταν μέχρι τότε στον αυτόματο πιλότο, αμιγώς ακαδημαϊκή. Τότε άρχισαν τα πράγματα να αλλάζουν, και αυτό εισήχθη στο πανεπιστήμιο: και στη Θεσσαλονίκη, η οποία ήδη από τη δεκαετία του ’50 άρχισε να έχει μια σοβαρή θεολογική σχολή και στην Αθήνα. Είδαμε ένα είδος στροφής στην παράδοση, αλλά και ένα είδος ανοίγματος προς τον κόσμο. Άρα η διαπίστωσή μου είναι ότι ο 20ός αιώνας ήταν ένας πλούσιος αιώνας θεολογικά. Συνεπώς, ήταν σημαντικό για μένα να δείξω ποια πρόσωπα πρωταγωνίστησαν με το έργο τους, τι έγραψαν, γιατί το έγραψαν, πώς διαλέχθηκαν, τι προβλήματα συνάντησαν, τι κενά, ρήγματα και ασυνέχειες παρατηρούνται σε αυτή την πορεία. Διότι όλα δεν ήταν ρόδινα από το ξεκίνημά τους. Είναι μία πορεία που έχει εκπληκτικά σημεία θεολογικού λόγου, αλλά έχει και ρήγματα και προβλήματα. Αυτά ήθελα να δείξω για να είναι ολοκληρωμένη η μελέτη των μεγάλων στιγμών της θεολογίας στην Ελλάδα.

Για αυτό το λόγο δεν έμεινα μόνο σε Έλληνες θεολόγους, αλλά επειδή όλο αυτό το ρεύμα έγινε και στο διορθόδοξο χώρο με κύριους συντελεστές τους Ρώσους θεολόγους της διασποράς, όπως ο πατήρ Γεώργιος Φλορόφσκι, έχω εντάξει ορισμένα πρόσωπα της Ρωσικής διασποράς και συμπεριλαμβάνω εκπροσώπους και από την Αθήνα και από τη Θεσσαλονίκη. Και κυρίως κλείνω τον 20ό αιώνα με τέσσερις θεολόγους της γενιάς του ’60: τον Νίκο Νησιώτη, τον Χρήστο Γιανναρά, τον Ιωάννη Ζηζιούλα και τον Παναγιώτη Νέλλα. Αυτό μας ανοίγει την αυλαία στον 21ο αιώνα.

Τα καινούργια θεολογικά ρεύματα και τάσεις στον 21ο αιώνα

Στον 21ο αιώνα υπάρχουν καινούργια θεολογικά ρεύματα και τάσεις;

Πολλοί θεολόγοι, ειδικά από αυτούς τους τελευταίους που ανέφερα, έχουν επηρεάσει τις νεότερες θεολογικές γενιές που δρουν στο μεταίχμιο του 20ού και του 21ου αιώνα. Στον 21ο αιώνα έχουμε νέα ρεύματα στη θεολογία μας, η οποία είναι πιο ανοιχτή, με νέα εργαλεία, επικοινωνίες και δημοσιεύσεις που έχουν αλλάξει το τοπίο. Εμφανίζονται όμως και νέα προβλήματα: αν στον 20ό αιώνα είχαμε ευρύτερες συνθέσεις που οδήγησαν σε ανανέωση, τώρα έχουμε και κινήσεις επιστροφής σε πιο κλειστά και αυτάρκη σχήματα, που σχετίζονται με μια δυσανεξία στο διάλογο και στο καινούργιο.

Η κίνηση επιστροφής στην παράδοση και η εκλαΐκευση της πατερικής θεολογίας εμφάνισε και προβληματικές καταστάσεις, όπως μια αγκύλωση στο πατερικό γράμμα, μια δυσκολία στο να ερμηνεύσουμε την πατερική παράδοση με επίκαιρο τρόπο στο σήμερα. Δηλαδή να τη σαρκώσουμε εκ νέου, να πραγματοποιήσουμε τη λειτουργία του εμπολιτισμού της πατερικής παράδοσης. Δηλαδή από ένα πολιτισμικό κλίμα που κυριαρχούσε σχεδόν μέχρι την πτώση της Κωνσταντινούπολης, να το μεταφέρουμε σε ένα άλλο πεδίο όπως αυτό της νεωτερικότητας. Ένα άλλο συναφές είναι ότι συχνά εξωραΐζουμε την παράδοση, την εξιδανικεύουμε και αντί να λειτουργούμε στο σήμερα, μπαίνουμε σε μια χρονοκάψουλα και ταξιδεύουμε πίσω στο παρελθόν. Πρόβλημα είναι επίσης ο εθνοκεντρικός χαρακτήρας που έχει αναπτυχθεί σε πολλά θεολογικά ρεύματα. Είναι αλήθεια ότι η Ορθοδοξία πολλές φορές σμιλεύτηκε με τον λαό στα απελευθερωτικά κινήματα, αλλά σήμερα επικρατεί συχνά μια υπερβολικά εθνοφυλετική προσέγγιση που συνδυάζεται με μια γραφειοκρατική εκκλησιολογία. Ενώ μάλιστα ισχυριζόμαστε προς τη Δύση ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι αυτή των συνόδων, η συνοδικότητα δεν διαπερνά όλα τα επίπεδα ως την επισκοπή και την ενορία. Υπάρχει πρόβλημα με τη θέση των λαϊκών και ιδίως των γυναικών.

Αναδύεται, λοιπόν, μια νέα γενιά θεολόγων τα τελευταία τριάντα χρόνια, η οποία επιχειρεί έναν κριτικό και παρεμβατικό θεολογικό λόγο στην προσπάθειά της να συνθέσει τον μεταπολεμικό θεολογικό λόγο με τις κοινωνικές και πολιτισμικές συνθήκες της δικής μας εποχής. Ένα θεολογικό ρεύμα αφορά στον προφητικό τρόπο με τον οποίο καλείται να ερμηνευτεί η χριστιανική εσχατολογία. Από τη λειτουργική και ασκητική ζωή μεταβαίνουμε στις σύγχρονες ιστορικές, κοινωνικές, πολιτικές και πολιτισμικές συνθήκες, για να δούμε τι σημαίνει η προφητική μαρτυρία της Εκκλησίας μέσα στον κόσμο.

Ανάγκη σύνθεσης ανάμεσα στη Βίβλο και τους Πατέρες, τη θεραπευτική και ευχαριστιακή εκκλησιολογία, τον θεσμό και το χάρισμα, την οντολογία και την ηθική

Ποιες συνθέσεις είναι περισσότερο αναγκαίες στη σημερινή εποχή;

Σήμερα υπάρχουν τάσεις στη Θεολογία περισσότερο βιβλικές και περισσότερο πατερικές σε ένταση μεταξύ τους και αναζητείται η σύνθεση, καθώς οι Πατέρες της Εκκλησίας υπήρξαν ερμηνευτές της Βίβλου. Σύνθεση επίσης ζητείται ανάμεσα στη θεραπευτική και την ευχαριστιακή προσέγγιση στην Εκκλησία, όπως επίσης ανάμεσα στον θεσμό και το χάρισμα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ιεραποστολική Θεολογία μέσα από τον διαπολιτισμικό διάλογο, καθώς και η λεγόμενη «επιστροφή της ηθικής» ως σύνδεση με μια θεολογία της ευθύνης. Σημαντικός είναι επίσης ο διάλογος της Ορθοδοξίας με τις επιστήμες, αλλά και με τον κινηματογράφο, τη λογοτεχνία, τις σύγχρονες μορφές σκέψης. Εξερχόμαστε από έναν κουλτουραλισμό κλειστών ταυτοτήτων και αντιλαμβανόμαστε την ταυτότητα ως διαλεγόμενη και διαρκώς εμπλουτιζόμενη και επικαιροποιούμενη. Μια παρόμοια ανοικτή και διαλεγόμενη ταυτότητα της Ορθοδοξίας στον 21ο αιώνα μπορεί να συναντήσει τον εμπερίστατο άνθρωπο, που είναι πολίτης του κόσμου και όχι μιας τοπικής και περιορισμένης παράδοσης. Το βιβλίο, επομένως, απευθύνεται κυρίως στους νέους θεολόγους του 21ου αιώνα και στις νέες γενιές, προσπαθώντας να θεραπεύσει ένα έλλειμμα ιστορικής μνήμης. Το βιβλίο δεν λέει «δέστε τι σπουδαίος ήταν ο 20ος αιώνας, εκεί πρέπει να επιστρέψουμε». Αλλά έχει ως σκοπό να πάρουμε ένα νήμα και να το συνεχίσουμε στη δική μας εποχή.

Το πρωτότυπο άρθρο https://www.tovima.gr/2026/10/12/diplomatia/oikoumeniko-patriarxeio-oi-geopolitikes-prokliseis-kai-i-sygxroni-martyria/ ανήκει στο οικολογία – ΤΟ ΒΗΜΑ .