
Για χρόνια, προϋπόθεση για την ενεργειακή ασφάλεια της Ελλάδας ήταν η λειτουργία θερμικών μονάδων όπως λιγνίτη και ορυκτού αερίου, ειδικά στην περίπτωση που οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ) δεν ήταν αρκετές.
Παρ΄ όλα αυτά, υπάρχουν σχέδια για την κατασκευή επιπλέον μονάδων αερίου. Βάσει σχετικών ανακοινώσεων, η συνολική εγκατεστημένη ισχύς μονάδων αερίου ενδέχεται να φτάσει τα 11,500 MW μέσα στα επόμενα χρόνια, ξεπερνώντας σημαντικά τα 7,700 MW που προβλέπονται από το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) με ορίζοντα το 2030.
Σε αυτό το σημείο δεν γίνεται να μην αναρωτηθούμε αν είναι απαραίτητες όλες αυτές οι μονάδες αερίου για τις ενεργειακές ανάγκες της Ελλάδας. Τα ευρήματα της πανευρωπαϊκής Μελέτης Επάρκειας Ισχύος του ENTSO-E για την Ελλάδα είναι αποκαλυπτικά. Ακόμη και αν αποσυρθεί περίπου η μισή ισχύς μονάδων αερίου που προβλέπεται για το 2030 (δηλαδή τα 7,700 ΜW), τα προβλήματα επάρκειας θα είναι από ανύπαρκτα έως πολύ περιορισμένα. Αυτό σημαίνει πως πολλές από τις μονάδες αερίου που λειτουργούν σήμερα, πόσο μάλλον και αυτές που σχεδιάζονται, δεν είναι απαραίτητες για την ενεργειακή επάρκεια της Ελλάδας.
Επιπλέον, σημαίνει πως αν προχωρήσει η κατασκευή όλων των σχεδιαζόμενων μονάδων αερίου και δεν αποσυρθεί καμία από τις υφιστάμενες, ο μόνος τρόπος για να επιβιώσουν οικονομικά είναι η επιδότησή τους μέσω ενός Μηχανισμού Διασφάλισης Επάρκειας Ισχύος (ΜΔΕΙ). Το βάρος όμως τέτοιων μηχανισμών το επωμίζονται οι Έλληνες καταναλωτές. Αποτέλεσμα, η σχεδιαζόμενη μεγέθυνση του «στόλου» των μονάδων αερίου θα οδηγήσει σε περαιτέρω αυξήσεις των λογαριασμών ηλεκτρικής ενέργειας.


