
Τον Οδικό Χάρτη για την πορεία της ελληνικής αγοράς φωτοβολταϊκών έως το 2030 παρουσίασε ο Σύνδεσμος Εταιριών Φωτοβολταϊκών (ΣΕΦ), αποτυπώνοντας τις προβλέψεις για την εξέλιξη του κλάδου, τις βασικές προτεραιότητες της επόμενης πενταετίας και τις παρεμβάσεις που, σύμφωνα με τον Σύνδεσμο, απαιτούνται για την ομαλή λειτουργία της αγοράς. Το κείμενο βασίζεται στην έως σήμερα πορεία του κλάδου, στα διαθέσιμα στοιχεία για τα ώριμα έργα και στις εκτιμήσεις για τη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας και την ανάπτυξη των υποδομών.
Σύμφωνα με τον ΣΕΦ, η ελληνική αγορά φωτοβολταϊκών έχει μεταβληθεί ριζικά τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, καθώς από μια περιορισμένη αγορά εξελίχθηκε σε μία από τις πλέον δυναμικές διεθνώς. Σήμερα αντιστοιχούν περίπου 1,25 kWp εγκατεστημένης ισχύος ανά κάτοικο, ενώ η Ελλάδα κατατάσσεται στις πρώτες θέσεις διεθνώς ως προς τη συμμετοχή των φωτοβολταϊκών στην ηλεκτροπαραγωγή. Επόμενος στόχος είναι η αύξηση της αναλογίας στα 2 kWp ανά κάτοικο έως το τέλος της δεκαετίας.
Προβλέψεις έως το 2030
Ο Οδικός Χάρτης εκτιμά ότι έως τον Μάιο του 2026 είχαν διασυνδεθεί περίπου 13 GW φωτοβολταϊκών, ενώ μαζί με τα έργα που διαθέτουν όρους σύνδεσης και τις πρόσθετες δυνατότητες του δικτύου, το συνολικό δυνητικό δυναμικό θα μπορούσε να φθάσει τα 27 GW έως το 2030. Από αυτά, περίπου 14 GW αφορούν ανεκτέλεστα ή εν δυνάμει έργα, εκ των οποίων περίπου 5 GW είναι εγκαταστάσεις μικρότερες του 1 MW.
Με βάση τα δεδομένα αυτά, ο ΣΕΦ παρουσιάζει τρία διαφορετικά σενάρια ανάπτυξης. Το πιθανότερο προβλέπει εγκατεστημένη ισχύ 20 GW έως το 2030, ενώ το εύρος κυμαίνεται από 18 GW στο συντηρητικό σενάριο έως 22 GW στο αισιόδοξο. Η διαφοροποίηση συνδέεται με το ποσοστό υλοποίησης των ώριμων και υπό ανάπτυξη έργων, το οποίο εκτιμάται μεταξύ 35% και 65%.
Οι τρεις πυλώνες της αγοράς
Ο Σύνδεσμος θεωρεί ότι η μελλοντική ανάπτυξη του κλάδου θα στηριχθεί σε τρεις βασικούς άξονες. Ο πρώτος αφορά τα μεγάλης κλίμακας εμπορικά φωτοβολταϊκά έργα, τα οποία διαθέτουν πλέον αυξημένη αδειοδοτική ωριμότητα. Ο δεύτερος επικεντρώνεται στην αυτοκατανάλωση, η οποία συνδέεται με τη συμμετοχή περισσότερων καταναλωτών στην ενεργειακή μετάβαση και τη δημιουργία θέσεων εργασίας. Ο τρίτος αφορά την αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία χαρακτηρίζεται ως κρίσιμο στοιχείο για τη διαχείριση της αυξανόμενης παραγωγής από ΑΠΕ και τη στήριξη των δύο προηγούμενων πυλώνων.
Στο πεδίο της αποθήκευσης, ο Οδικός Χάρτης αναφέρει ότι έως το 2030 θα μπορούσαν να λειτουργούν περισσότερα από 6 GW συστημάτων μπαταριών, επίπεδο που υπερβαίνει τους στόχους του ΕΣΕΚ, αλλά εξακολουθεί να υπολείπεται των περίπου 8 GW που εκτιμάται ότι απαιτούνται για την αποτελεσματική διαχείριση των περικοπών παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές.
Παράλληλα, το κείμενο καταγράφει προτάσεις για την προσαρμογή του ρυθμιστικού πλαισίου, με έμφαση στην απλούστευση των διαδικασιών αδειοδότησης, τη βελτίωση του πλαισίου αυτοκατανάλωσης και ενεργειακών κοινοτήτων, την εφαρμογή νέων μηχανισμών στήριξης των έργων, τη διευκόλυνση των συνδέσεων στο δίκτυο, καθώς και την προώθηση της ανακύκλωσης φωτοβολταϊκού εξοπλισμού, με στόχο τη διαμόρφωση ενός σταθερού περιβάλλοντος για την ανάπτυξη της αγοράς έως το 2030.
