
Στα σημαντικότερα ευρήματα, περιλαμβάνεται η αποτύπωση του κλιματικού κινδύνου του καύσωνα και της τρωτότητας στο ευρύτερο πολεοδομικό συγκρότημα της Αθήνας και καταδεικνύεται η ανάγκη σύνδεσης του πολεοδομικού σχεδιασμού με την κλιματική αλλαγή.
Αναφορικά με την τρωτότητα όπως προκύπτει από τα ευρήματα του έργου CLIMASPIN, οι υψηλότερες τιμές (στην κλίμακα 1-πολύ χαμηλή έως 8-πολύ υψηλή) για το παρόν διάστημα εντοπίζονται στο ευρύτερο πολεοδομικό συγκρότημα της Αθήνας (κατηγορίες από 6 έως 8). Ελαφρά χαμηλότερες τιμές διακρίνονται επίσης, στην Ελευσίνα και σε αστικές περιοχές στα Μεσόγεια.
Παρ’ όλα αυτά, εντοπίζονται περιοχές όπου η τρωτότητα είναι χαμηλή παρότι ο κλιματικός κίνδυνος καύσωνα είναι υψηλός. Όπως υπογραμμίζει ο κ. Καρτάλης, αυτό συμβαίνει και αφορά αρκετές περιοχές. «Εξηγείται από τον τρόπο που ορίζονται και εκτιμώνται ο κλιματικός κίνδυνος του καύσωνα και η τρωτότητα σε αυτόν. Για παράδειγμα είναι δυνατόν μία περιοχή να είναι εκτεθειμένη σε υψηλό κίνδυνο καύσωνα αλλά παράλληλα να έχει υψηλό δείκτη βλάστησης, περιορισμένο σχετικά ποσοστό δομημένης επιφάνειας, χαμηλό ή μέτριο ύψος κτιρίων, η απόσταση ενός κατοίκου από χώρο πρασίνου να είναι μικρή και το ποσοστό πληθυσμού ηλικίας άνω των 65 ετών να είναι υψηλό ή συνδυασμό αυτών. Σε αυτή την περίπτωση – που βέβαια μοιάζει ιδανική για την Αθήνα -, ο κίνδυνος είναι υψηλός αλλά η τρωτότητα σχετικά περιορισμένη», σημειώνει.
Μέσω του ερευνητικού έργου προκύπτουν πληροφορίες και στοιχεία για όλη τη χώρα ενώ δίνεται η δυνατότητα με τον συνδυασμό διαφορετικών δεικτών να εντοπιστούν περιοχές όπου συγκεντρώνονται ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού και ταυτόχρονα υπάρχουν δυσμενείς περιβαλλοντικές συνθήκες.
Ενδεικτικά όπως εξηγεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ. Καρτάλης, ένας συνδυασμός του δείκτη βλάστησης με τον χάρτη του πληθυσμού άνω των 65 ετών θα μπορούσε να καταδείξει σε ποιες περιοχές ο πληθυσμός άνω των 65 ετών είναι περισσότερο τρωτός σε ένα επεισόδιο καύσωνα. «Αυτό μπορεί να συμβεί γιατί σε μία περιοχή με αρκετό ή και πολύ πράσινο προκύπτει σημαντική δροσιστική επίδραση που περιορίζει τη θερμική δυσφορία που νιώθει ένας κάτοικός της», σημειώνει ο κ. Καρτάλης. Χαρακτηριστικά παραδείγματα περιοχών όπου συνδυάζονται αυξημένη παρουσία πληθυσμού άνω των 65 ετών και περιορισμένη βλάστηση, όπως αναφέρει, είναι γειτονιές της Καλλιθέας, του Γαλατσίου καθώς και στο κέντρο της Αθήνας, ενώ προσθέτει ότι πρόκειται για μία σημαντική πληροφορία τόσο για τον αστικό σχεδιασμό όσο και για το σύστημα υγείας.
Το σημαντικό στοιχείο της συγκεκριμένης μεθοδολογίας είναι ότι δεν περιορίζεται στην καταγραφή του προβλήματος, αλλά μπορεί να αποτελέσει εργαλείο για τον σχεδιασμό συγκεκριμένων παρεμβάσεων.
«Με βάση τη μεθοδολογία αυτή, δεν αρκεί να σχεδιάσεις τα μέτρα προσαρμογής και ανθεκτικότητας στους καύσωνες – είτε για την παρούσα περίοδο ή για το μέλλον – μόνο με γνώμονα τη χωρική διαφοροποίηση της θερμοκρασίας τού αέρα αλλά συνδυαστικά με τον κλιματικό κίνδυνο και την τρωτότητα. Σε πιο πρακτικό επίπεδο, η τρωτότητα αναδεικνύει ανάλογα με τον κάθε δείκτη χωριστά ή και συνδυαστικά, σε ποιές παρεμβάσεις πολιτικής πρέπει να στραφεί η διοίκηση. Για παράδειγμα, αν μία περιοχή έχει χαμηλή ή μέτρια τρωτότητα γιατί τα κτήρια είναι χαμηλά και το ποσοστό δόμησης περιορισμένο, προκύπτει ένα καθαρό μήνυμα ότι θα πρέπει να αποφευχθούν υψηλά κτίρια σε πυκνή διάταξη. Αν τώρα έχει υψηλή τρωτότητα γιατί το ποσοστό βλάστησης είναι περιορισμένο και η απόσταση που πρέπει να διανύσει ένας κάτοικος για να φθάσει ένα χώρο πρασίνου είναι μεγάλη, τότε πρώτη προτεραιότητα είναι η ενίσχυση του πρασίνου και κυρίως, η διασπορά εστιών πρασίνου. Σημειώνεται ότι η τρωτότητα αναλύεται σε κλίμακα 100 μέτρα x 100 μέτρα, δηλαδή σε επίπεδο γειτονιάς επιτρέποντας κατά συνέπεια στοχευμένες παρεμβάσεις στο χώρο για περίπου 100 πόλεις στην Ελλάδα», αναφέρει χαρακτηριστικά ο κ. Καρτάλης.
Η ανάγκη για σχέδια προσαρμογής που δεν σταματούν στα διοικητικά όρια
Για τον κ. Καρτάλη, ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα του CLIMASPIN είναι η συνδυαστική αποτύπωση του κλιματικού κινδύνου του καύσωνα και της τρωτότητας στο ευρύτερο πολεοδομικό συγκρότημα της Αθήνας.
«Αυτό μεταφράζεται σε άμεση ανάγκη εκπόνησης και εφαρμογής σχεδίων προσαρμογής στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής που δεν θα βασίζονται μόνο στη θερμοκρασία, που δεν θα είναι διακριτά ανά δήμο (γεγονός που περιορίζει την αποτελεσματικότητα τους, άλλωστε οι καύσωνες δεν γνωρίζουν σύνορα…) αλλά θα συνδυάζονται μεταξύ τους – και θα συντονίζονται από έναν φορέα – ώστε να αναπτύσσονται συνέργειες που ενισχύουν την αποδοτικότητα τους», σημειώνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ. Καρτάλης. Όπως αναφέρει, «τα σχέδια αυτά έχουν αργήσει – με ελάχιστες εξαιρέσεις – σημαντικά». Παράλληλα ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο, όπως τονίζει ο κ. Καρτάλης, είναι η ανάγκη σύνδεσης του πολεοδομικού σχεδιασμού με την κλιματική αλλαγή. «Πρόσφατα είχαμε το θέμα με τον επιπρόσθετο όροφο στα κτίρια ως μπόνους για βιοκλιματικές παρεμβάσεις. Τα αποτελέσματα του έργου υποδηλώνουν με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο ότι η τρωτότητα σε ένα καύσωνα αυξάνεται όταν υψηλά κτίρια κατασκευάζονται σε δομημένες περιοχές. Όταν αγνοείται, έχει ως αποτέλεσμα να υποβαθμίζεται το μικροκλίμα των περιοχών και να είναι περισσότερο ευάλωτοι οι κάτοικοι των αντίστοιχων περιοχών», υπογραμμίζει ο κ. Καρτάλης.
Σημειώνεται ότι το έργο υλοποιήθηκε υπό τον συντονισμό του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, με τη συμμετοχή του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, του Γραφείου Μελετών Θύμιος Παπαγιάννης και Συνεργάτες και της εταιρείας γεωπληροφορικής GET.
Το CLIMASPIN υλοποιήθηκε στο πλαίσιο του έργου «Συμπράξεις Ερευνητικής Αριστείας» του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας «Ελλάδα 2.0».


